Η δουλειά που μας παρουσιάζει η Ειρήνη Ανδρούτσου είναι τολμηρή. Αυτό μου έρχεται πρώτα από όλα στο μυαλό να πω βλέποντας την δουλειά της, δεν είναι δέκα επιτοίχιοι ζωγραφικοί πίνακες, αλλά πρέπει να εξεταστούν συνολικά και όχι μεμονωμένα, κάθε έργο ξεχωριστά. Έργα διάστασης 2,00 μέτρα στο ύψος και 1,50 στο πλάτος με έντονα χρώματα και σχέδια τα δείχνει σε εμάς σκόπιμα σε ένα μικρό χώρο. Είναι θα λέγαμε μία ζωγραφική εγκατάσταση με έντονη αναγλυφικότητα. Μία αναγλυφικότητα που αρχικά μοιάζει χαρωπή, αλλά πλησιάζοντάς την και αγγίζοντάς την γίνεται αιχμηρή, επιθετική και εχθρική. Η παρουσίαση των έργων είναι από μόνη της ένα θέμα συζήτησης. Μόνο έτσι όπως παρουσιάζει την δουλειά της και την δίνει στον θεατή έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Γιατί τόσο μεγάλα τελάρα σε ένα τόσο μικρό χώρο; Γιατί θέλει να τα παρουσιάσει έτσι; Ίσως για να μας μπερδέψει, ίσως για να μας ζαλίσει, για να μας βάλει σε αυτόν τον τρελό χορό των ημερών μας, που μόνο να μας απροσανατολίσει θέλει. Άλλο φαίνεται και άλλο δυστυχώς είναι. Αυτή η δουλειά πίσω από την εικόνα κρύβει μία έντονη κριτική διάθεση που στόχο έχει να γίνει δεικτική απέναντι σ’ αυτήν την «φαντασμαγορία» και το υπερθέαμα της βιομηχανίας του αθλητισμού, που μοιάζει να είναι στιβαρό οικοδόμημα, αλλά δεν είναι, είναι τόσο σαθρό και ψεύτικο και μέρα με τη μέρα γίνεται ακόμα πιο λαμπερό και ταυτόχρονα ακόμα πιο νοσηρό. Αυτή η σαντιγί με την οποία «γράφει» δημιουργεί πίνακες – τούρτες και δικαιολογεί όλα όσα είπα παραπάνω. Είναι το μέσο της και ο τρόπος της για να κάνει την κριτική της. για να δείξει ότι όλο αυτό το λαμπερό και το γεμάτο χρώματα σύστημα είναι απλά μία σαντιγί, ένας αφρός, μία επιφάνεια. Αυτή η γραφή ήρθε από ένα τυχαίο γεγονός, όπως μου είχε εκμυστηρευτεί. Ζωγράφιζε με λαδομπογιές όταν της έπεσε από το καβαλέτο ο καμβάς και όταν το σήκωσε από το πάτωμα είχε δημιουργηθεί αυτή η γραφή. Της άρεσε και ξεκίνησε να βρει τους τρόπους για να το κάνει αυτό σε όλη την ζωγραφική επιφάνεια. Αυτή η γραφή μοιάζει με κέντημα, θέλει υπομονή και επιμονή, καθώς και μία επιλογή για την διάσπαση της φόρμας. Δανείζομαι τα λόγια του Καντίνσκυ για την γραφή της ότι πολλά σημεία τελικά δημιουργούν μία γραμμή. Η Ανδρούτσου είναι στην αρχή δημιουργίας μίας γραμμής.
Όπως τα ράστερ ή οι κόκκοι που φαίνονται όταν υπερμεγενθύνουμε μία φωτογραφία ή μια βιντεοπροβολή, συνθέτουν τελικά την εικόνα που βλέπουμε, όπως οι νότες γράφονται μία ,μία πάνω στο πεντάγραμμο και τελικά φτιάχνουν τον ήχο που θα ακούμε. Έτσι και αυτές οι πινελιές, οι αιχμηρές, συνθέτονται με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μας αποκαλύψουν μία αποδομημενη εικόνα που υπάρχει μυστικά κάτω από τα χρώματα και καλεί τον θεατή να την μαντέψει και να συμμετέχει. Με αυτόν τον τρόπο ο θεατής έρχεται να συμπληρώσει το πάζλ της. Τα χρώματα που χρησιμοποιεί είναι της εποχής μας και αυτό κάνει την ζωγραφική της σύγχρονη. Δεν είναι Ποπ ή Οπ η ματιά της λόγω των χρωματικών της επιλογών, αλλά αυτές οι επιλογές γίνονται λόγω των εικόνων της καθημερινής ζωής. Επιγραφές, βίντεο, τηλεόραση, περιοδικά, υπολογιστές είναι αυτά που την επηρεάζουν. Καλλιτέχνες που την επηρεάζουν; Δεν θα λέγαμε κάποιους που έχει άμεση σχέση, αλλά αν κοιτάξουμε καλύτερα θα δούμε πολλές μικρές επιρροές από πολλούς καλλιτέχνες. Δεν αναλύει την φόρμα και την δομή της όπως κάνει ο Πουαντιγισμός και ο Σερά, αλλά σπάει τη φόρμα, την διαλύει και την ξανασυνθέτει με τέτοιο τρόπο ώστε να παρουσιάσει μία εικόνα η οποία δεν είναι η αρχική που γνωρίζουμε. Για παράδειγμα βλέποντας το τελάρο με τον αρσιβαρίστα Πύρο Δήμα σε όλους που έχουν βιώσει ή έχουν δει απλά σε έντυπα αυτή την εικόνα, ξέρουν ότι είναι ο συγκεκριμένος αθλητής στην συγκεκριμένη στιγμή, χωρίς όμως αυτό να παρουσιάζεται παραστατικά και να περιγράφεται.
Σε αυτό έχει σχέση με τον αναλυτικό κυβισμό που αναλύει την φόρμα, τη κατακερματίζει και την επανασυνθέτει με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να μην μας θυμίζει το αρχικό το οποίο γίνεται πια μία αφορμή, όσο και πιο πρώιμους καλλιτέχνες όπως ο Βαν Γκόγκ και ο Σεζάν. Ο Βαν Γκόγκ για την αναγλυφικότητα και την επιλογή των χρωμάτων και ο Σεζάν για την διάσπαση της φόρμας και την διαίρεσή της. όμως ψάχνοντας και σε πιο σύγχρονους καλλιτέχνες βρίσκουμε τον Γερμανό Ρίχτερ που παίρνει την φωτογραφία ως αφορμή και τελικά την καταργεί. Δηλαδή καταργεί την παραστατική της ιδιότητα και στη θέση της βάζει την ζωγραφική αφού σπάει τα περιγράμματα και αφήνει τις φόρμες να ρέουν. Αν και στο ξεκίνημα της η καλλιτέχνης μας δείχνει μία δουλειά που έγινε κάτω από σκέψη και υπομονή, χαρακτηρίζοντας τη και δίνοντάς της την δική της ταυτότητα, μία ταυτότητα που υπόσχεται πολλά.
Κυριακή Περβενίου